Η φράση «ζευγάρι και οικογενειακή επιχείρηση: κέρδη και ζημίες» περιγράφει κάτι πολύ περισσότερο από μια οικονομική συνεργασία. Όταν δύο σύντροφοι μοιράζονται και το σπίτι και την ευθύνη μιας επιχείρησης, μια δύσκολη ημέρα στη δουλειά μπορεί εύκολα να ακολουθήσει το ζευγάρι στο τραπέζι του δείπνου. Αντίστροφα, μια άλυτη προσωπική ένταση μπορεί να επηρεάσει αποφάσεις, επικοινωνία με εργαζομένους και οικονομικό σχεδιασμό. Η κοινή εργασία μπορεί να ενισχύσει την εμπιστοσύνη και την αίσθηση σκοπού, αλλά χρειάζεται σαφείς ρόλους, συναισθηματική επίγνωση και χώρο για τις διαφορετικές ανάγκες των δύο ανθρώπων.
Ζευγάρι και οικογενειακή επιχείρηση: κέρδη και ζημίες
Η οικογενειακή επιχείρηση συχνά στηρίζεται σε ισχυρά πλεονεκτήματα: αμοιβαία γνώση, κοινή ιστορία, γρήγορη λήψη αποφάσεων και αυξημένη δέσμευση. Ένα ζευγάρι μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά όταν ο ένας κατανοεί τις επαγγελματικές αντοχές του άλλου χωρίς να χρειάζονται μακρές εξηγήσεις. Η εμπιστοσύνη αυτή βοηθά ιδιαίτερα σε περιόδους αβεβαιότητας.
Ωστόσο, η ίδια εγγύτητα μπορεί να δημιουργήσει δυσκολίες. Σε μια επιχείρηση, οι διαφωνίες για χρήματα, ανάπτυξη, προσωπικό ή ωράρια δεν είναι απλώς οργανωτικά ζητήματα. Μπορεί να αγγίζουν βαθύτερες ανάγκες για ασφάλεια, αναγνώριση, έλεγχο ή δικαιοσύνη. Στα ζευγάρια που διευθύνουν μαζί μια επιχείρηση (στη βιβλιογραφία, «copreneurs»), η προσωπική σχέση και η επαγγελματική συνεργασία δεν μπορούν να διαχωριστούν πλήρως (Marshack, 1998).
Οι έρευνες σε ζευγάρια που κατέχουν επιχείρηση δείχνουν ότι οι επαγγελματικές εντάσεις και η ποιότητα της σχέσης επηρεάζουν η μία την άλλη. Σε μελέτη ζευγαριών αγροτικών οικογενειακών επιχειρήσεων, οι επαγγελματικές εντάσεις συνδέθηκαν, για τις γυναίκες του δείγματος, με χαμηλότερη ικανοποίηση από τον σύζυγο-συνεργάτη τους (Amarapurkar & Danes, 2005). Σε άλλη μελέτη του ίδιου πεδίου, οι άντρες έδιναν προτεραιότητα κυρίως στο κέρδος και οι γυναίκες στις καλές οικογενειακές σχέσεις, ενώ οι εντάσεις ήταν μικρότερες όταν ο σύζυγος έβαζε την οικογένεια πάνω από την επιχείρηση (Danes & Lee, 2004). Τα ευρήματα αυτά αφορούν συγκεκριμένα δείγματα και δεν περιγράφουν κάθε ζευγάρι.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν το ζευγάρι θα διαφωνήσει. Οι διαφωνίες είναι αναμενόμενες, ιδίως όταν οι αποφάσεις έχουν οικονομικό και προσωπικό βάρος. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να τις συζητά χωρίς να μετατρέπει μια επαγγελματική διαφορά σε αμφισβήτηση της σχέσης.
Όταν οι ρόλοι μπερδεύονται
Στην πράξη, πολλοί σύντροφοι εναλλάσσονται γρήγορα ανάμεσα σε τρεις ρόλους: σύντροφος, συνιδιοκτήτης και εργαζόμενος. Η εναλλαγή αυτή δεν είναι από μόνη της προβληματική. Γίνεται δύσκολη όταν κανείς δεν γνωρίζει ποιος ρόλος προηγείται σε μια συγκεκριμένη συζήτηση.
Για παράδειγμα, μια παρατήρηση για καθυστερημένη ολοκλήρωση μιας εργασίας μπορεί να είναι απολύτως θεμιτή ως συζήτηση μεταξύ συνεργατών. Αν όμως διατυπωθεί με τόνο που θυμίζει παλαιότερη προσωπική σύγκρουση, ο άλλος μπορεί να την ακούσει ως υποτίμηση και όχι ως επαγγελματική ανατροφοδότηση. Τότε η ένταση κλιμακώνεται, όχι επειδή το αρχικό θέμα ήταν αδύνατο να λυθεί, αλλά επειδή φορτίστηκε με νοήματα από τη σχέση.
Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να ενταθεί και ένα καλά μελετημένο μοτίβο στα ζευγάρια: ο ένας σύντροφος πιέζει για συζήτηση ή αλλαγή και ο άλλος αποσύρεται (demand-withdraw) (Christensen & Heavey, 1990). Το μοτίβο αυτό συνδέεται συχνά με μεγαλύτερη δυσφορία στη σχέση (Eldridge et al., 2007). Σε μια κοινή επιχείρηση, όπου το θέμα δεν «κλείνει» στο τέλος της ημέρας, ο κύκλος αυτός μπορεί να βρίσκει περισσότερες ευκαιρίες να επαναληφθεί.
Η σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων περιορίζει αυτή τη σύγχυση. Δεν αρκεί να συμφωνήσει ένα ζευγάρι γενικά ότι «θα τα κάνουμε όλα μαζί». Χρειάζεται να αποσαφηνίσει ποιος αποφασίζει για ποιον τομέα, ποια θέματα απαιτούν κοινή απόφαση και πότε μια συζήτηση σταματά να είναι επαγγελματική και χρειάζεται να συνεχιστεί αργότερα, με περισσότερη ηρεμία.
Η ανισορροπία ισχύος έχει σημασία
Η σχέση γίνεται πιο ευάλωτη όταν ο ένας σύντροφος κατέχει τυπικά ή άτυπα περισσότερη εξουσία. Μπορεί να είναι ιδρυτής της επιχείρησης, να ελέγχει τα οικονομικά ή να έχει ισχυρότερη παρουσία απέναντι σε πελάτες και προσωπικό. Η ανισορροπία δεν οδηγεί αναγκαστικά σε σύγκρουση. Χρειάζεται όμως να αναγνωρίζεται, ώστε ο άλλος να μπορεί να διαφωνεί χωρίς να φοβάται ότι θα εκληφθεί ως αχαριστία, ανεπάρκεια ή προσωπική απόρριψη.
Έρευνες σε ζευγάρια που διευθύνουν επιχείρηση δείχνουν ότι η συμβολή του/της συντρόφου δεν αναγνωρίζεται πάντα και δεν συνοδεύεται πάντα από ρόλο στη λήψη αποφάσεων (Fitzgerald & Muske, 2002). Όταν η εργασία χωρίς αναγνώριση συνδυάζεται με οικονομική εξάρτηση, η δυσκολία να διαφωνήσει κανείς μπορεί να γίνει ιδιαίτερα έντονη.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο έλεγχος των χρημάτων, της πρόσβασης στην επιχείρηση ή των αποφάσεων χρησιμοποιείται για να περιοριστεί ο άλλος σύντροφος, με φόβο, απειλές ή εξαναγκασμό. Εκεί δεν πρόκειται για μια απλή δυσκολία επικοινωνίας. Απαιτείται διαφορετική αξιολόγηση και προτεραιότητα στην ασφάλεια, και όχι κοινή εργασία πάνω σε «ρόλους».
Όρια που προστατεύουν και τη δουλειά και τη σχέση
Τα όρια δεν είναι ψυχρότητα. Είναι ένας πρακτικός τρόπος να διατηρεί το ζευγάρι την εγγύτητα χωρίς να εξαντλείται από τη συνεχή διαθεσιμότητα. Σε ορισμένες επιχειρήσεις, ειδικά στα πρώτα στάδια ή σε περιόδους κρίσης, η πλήρης αποσύνδεση από τη δουλειά δεν είναι ρεαλιστική. Παρ’ όλα αυτά, η απουσία κάθε ορίου συνήθως αυξάνει την κόπωση και μειώνει την ποιότητα των αποφάσεων.
Χρήσιμη πρακτική αποτελεί η σταθερή, προγραμματισμένη επαγγελματική συνάντηση του ζευγαριού. Εκεί μπορούν να συζητούν οικονομικά δεδομένα, εκκρεμότητες, διαφωνίες και επόμενες κινήσεις, χωρίς να μεταφέρουν αυτά τα θέματα σε κάθε προσωπική στιγμή. Εξίσου βοηθητικό είναι να υπάρχει χρόνος όπου η συζήτηση για την επιχείρηση σταματά, εκτός αν προκύψει πραγματικά επείγον θέμα.
Η έρευνα για τη σταθερότητα των σχέσεων υπογραμμίζει τη σημασία του τρόπου με τον οποίο τα ζευγάρια διαχειρίζονται την ένταση. Σε νεόνυμφα ζευγάρια, ο τρόπος με τον οποίο ξεκινά μια δύσκολη συζήτηση, μέσα στα πρώτα λεπτά, προέβλεψε αν το ζευγάρι θα παραμείνει μαζί (Carrère & Gottman, 1999). Συμπεριφορές όπως η κριτική, η αμυντικότητα, η περιφρόνηση και η συναισθηματική απόσυρση προέβλεψαν επίσης τη διάλυση (Gottman et al., 1998). Μια μελέτη σε ζευγάρια που παρακολουθήθηκαν για 14 χρόνια περιέγραψε δύο διαφορετικά μοτίβα: στα πρώτα χρόνια, η έντονη αρνητική σύγκρουση, και αργότερα, η αποξένωση και η αποφυγή (Gottman & Levenson, 2000). Οι μελέτες αυτές αφορούν παντρεμένα ζευγάρια και όχι συνεργάτες σε επιχείρηση, και περιγράφουν στατιστικές τάσεις και όχι την τύχη κάθε ζευγαριού. Δείχνουν όμως γιατί αξίζει μια δύσκολη συζήτηση να ξεκινά με ηρεμία και χωρίς επίθεση.
Τι χρειάζεται να συζητηθεί πριν η πίεση μεγαλώσει
Ένα ζευγάρι δεν χρειάζεται να συμφωνεί σε όλα. Χρειάζεται όμως να έχει κοινό πλαίσιο για τα θέματα που προκαλούν επαναλαμβανόμενη ένταση. Η αμοιβή, τα προσωπικά έξοδα, η κατανομή χρόνου, η συμμετοχή συγγενών στην επιχείρηση και η διαχείριση των διακοπών συχνά μοιάζουν δευτερεύοντα μέχρι να γίνουν πηγή σύγκρουσης.
Βοηθά η γραπτή καταγραφή των βασικών συμφωνιών: ποιος κάνει τι, πώς αμείβεται ο καθένας και τι γίνεται όταν υπάρχει σοβαρή διαφωνία. Σε αυτή τη διαδικασία, ένας ουδέτερος σύμβουλος, όπως λογιστής, νομικός ή ψυχολόγος, μπορεί να βοηθήσει το ζευγάρι να συζητήσει πριν η ένταση γίνει κρίση.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν υπάρχουν παιδιά ή άλλοι συγγενείς που εργάζονται στην επιχείρηση. Τότε οι αποφάσεις δεν αφορούν μόνο δύο ανθρώπους. Η ευνοιοκρατία, η ασάφεια στις αρμοδιότητες ή η δυσκολία να δοθεί ανατροφοδότηση σε ένα συγγενικό πρόσωπο μπορούν να επιβαρύνουν τόσο το εργασιακό κλίμα όσο και τις οικογενειακές σχέσεις.
Η συζήτηση βοηθά όταν παραμένει συγκεκριμένη. Αντί για το «δεν με σέβεσαι στη δουλειά», είναι πιο χρήσιμο να περιγραφεί το γεγονός: «Όταν άλλαξες την απόφαση μπροστά στους εργαζομένους χωρίς να με ενημερώσεις, ένιωσα ότι ακυρώθηκε ο ρόλος μου». Η συγκεκριμένη διατύπωση δεν εγγυάται συμφωνία, αλλά επιτρέπει στον άλλον να καταλάβει τι ακριβώς χρειάζεται να αλλάξει.
Πότε μπορεί να βοηθήσει η ψυχολογική αξιολόγηση
Η ψυχολογική αξιολόγηση δεν αποφασίζει ποιος έχει δίκιο σε μια επαγγελματική ή συζυγική διαφωνία. Μπορεί όμως να προσφέρει ένα πιο οργανωμένο πλαίσιο κατανόησης όταν επαναλαμβάνονται εντάσεις, όταν η πίεση οδηγεί σε δυσλειτουργικές αντιδράσεις ή όταν το ζευγάρι δυσκολεύεται να διακρίνει τι αφορά τη σχέση και τι την επιχείρηση.
Το MMPI-2 αποτελεί ένα ψυχομετρικό εργαλείο που χρησιμοποιείται από κατάλληλα εκπαιδευμένους επαγγελματίες ως μέρος μιας ευρύτερης κλινικής αξιολόγησης. Η χορήγηση και η ερμηνεία του δεν αποσκοπούν στην απόδοση μιας απλής ετικέτας. Ο επαγγελματίας συνδυάζει τα ευρήματα με το ιστορικό, την κλινική συνέντευξη, το αίτημα αξιολόγησης και, όπου χρειάζεται, πρόσθετες πηγές πληροφόρησης (Graham, 2011; Butcher et al., 2001). Η χρήση του με ζευγάρια έχει δική της ερευνητική παράδοση, που εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στην προσωπικότητα και τη συζυγική δυσφορία (Hjemboe & Butcher, 1991).
Στο πλαίσιο ενός ζευγαριού που εργάζεται μαζί, μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση μπορεί να συμβάλει στην κατανόηση τρόπων διαχείρισης άγχους, διαπροσωπικής ευαισθησίας, συναισθηματικής επιβάρυνσης ή δυσκολιών στην επικοινωνία. Δεν προβλέπει με βεβαιότητα τη μελλοντική συμπεριφορά ούτε υποκαθιστά τη θεραπευτική δουλειά και τις πρακτικές αποφάσεις της επιχείρησης. Μπορεί, ωστόσο, να βοηθήσει στη διαμόρφωση κατάλληλων στόχων υποστήριξης.
Δεοντολογικά ζητήματα όταν οι σύντροφοι είναι και συνεργάτες
Όταν το MMPI-2 χρησιμοποιείται με ζευγάρι που εργάζεται μαζί, κάθε σύντροφος συμπληρώνει το ερωτηματολόγιο ξεχωριστά και τα αποτελέσματα ερμηνεύονται ως δύο ατομικά προφίλ. Δεν πρόκειται για «τεστ συμβατότητας» ούτε για μέθοδο επιλογής ποιος θα ηγείται της επιχείρησης.
Πριν από τη χορήγηση χρειάζεται σαφής συμφωνία: ποιος θα δει τα αποτελέσματα, πώς θα γίνει η ανατροφοδότηση και τι παραμένει εμπιστευτικό. Η κοινή συζήτηση των ευρημάτων γίνεται με τη συναίνεση και των δύο, ώστε τα αποτελέσματα να μη χρησιμοποιηθούν ως επιχείρημα εναντίον του άλλου σε μια επαγγελματική ή συζυγική διαφορά.
Χρειάζεται επίσης προσοχή σε διπλούς ρόλους. Αν ο ψυχολόγος εμπλέκεται και σε αποφάσεις της επιχείρησης, όπως η επιλογή ή η αξιολόγηση προσωπικού, το πλαίσιο αλλάζει και χρειάζεται διαφορετική διαδικασία. Αν η διαφωνία μπορεί να καταλήξει σε νομική διαδικασία, όπως διάλυση συνεργασίας ή διαζύγιο, η αξιολόγηση ανήκει σε δικαστικό πλαίσιο, με διαφορετικούς κανόνες και υποχρεώσεις.
Από την αξιολόγηση στη συνεργασία
Όταν ένα ζευγάρι επιλέγει να ζητήσει υποστήριξη, ωφελείται περισσότερο αν προσέρχεται με σαφές αίτημα. Μπορεί να αφορά τη διαχείριση συγκρούσεων, την οριοθέτηση ρόλων, την επαγγελματική εξουθένωση ή τη δυσκολία να μιλήσει ανοιχτά για οικονομικές αποφάσεις. Η σαφήνεια αυτή επιτρέπει στον επαγγελματία να προτείνει την κατάλληλη διαδικασία, χωρίς να παρουσιάζει ένα ψυχομετρικό εργαλείο ως αυτόνομη απάντηση σε ένα σύνθετο ζήτημα.
Η κοινή επιχείρηση δεν χρειάζεται να καταπιεί τη σχέση. Όταν οι δύο σύντροφοι αναγνωρίζουν έγκαιρα την πίεση, μιλούν με ακρίβεια για τις ανάγκες τους και ζητούν κατάλληλη υποστήριξη όπου απαιτείται, μπορούν να μετατρέψουν τη συνεργασία τους σε πεδίο εμπιστοσύνης και όχι σε μόνιμη δοκιμασία.
Βιβλιογραφικές Παραπομπές
Amarapurkar, S. S., & Danes, S. M. (2005). Farm business-owning couples: Interrelationships among business tensions, relationship conflict quality, and spousal satisfaction. Journal of Family and Economic Issues, 26(3). https://doi.org/10.1007/s10834-005-5905-6
Butcher, J. N., Graham, J. R., Ben-Porath, Y. S., Tellegen, A., Dahlstrom, W. G., & Kaemmer, B. (2001). MMPI-2 (Minnesota Multiphasic Personality Inventory-2): Manual for administration, scoring, and interpretation (Rev. ed.). University of Minnesota Press.
Carrère, S., & Gottman, J. M. (1999). Predicting divorce among newlyweds from the first three minutes of a marital conflict discussion. Family Process, 38(3), 293–301.
Christensen, A., & Heavey, C. L. (1990). Gender and social structure in the demand/withdraw pattern of marital conflict. Journal of Personality and Social Psychology, 59(1), 73–81.
Danes, S. M., & Lee, Y. G. (2004). Tensions generated by business issues in farm business-owning couples. Family Relations, 53(4), 357–366.
Eldridge, K. A., Sevier, M., Jones, J., Atkins, D. C., & Christensen, A. (2007). Demand-withdraw communication in severely distressed, moderately distressed, and nondistressed couples: Rigidity and polarity during relationship and personal problem discussions. Journal of Family Psychology, 21(2), 218–226. https://doi.org/10.1037/0893-3200.21.2.218
Fitzgerald, M. A., & Muske, G. (2002). Copreneurs: An exploration and comparison to other family businesses. Family Business Review, 15(1), 1–16.
Gottman, J. M., Coan, J., Carrère, S., & Swanson, C. (1998). Predicting marital happiness and stability from newlywed interactions. Journal of Marriage and the Family, 60(1), 5–22.
Gottman, J. M., & Levenson, R. W. (2000). The timing of divorce: Predicting when a couple will divorce over a 14-year period. Journal of Marriage and Family, 62(3), 737–745.
Graham, J. R. (2011). MMPI-2: Assessing personality and psychopathology (5th ed.). Oxford University Press.
Hjemboe, S., & Butcher, J. N. (1991). Couples in marital distress: A study of personality factors as measured by the MMPI-2. Journal of Personality Assessment, 57(2), 216–237.
Marshack, K. J. (1998). Entrepreneurial couples: Making it work at work and at home. Davies-Black.

