Υιοθεσία και Αναδοχή Παιδιών: Τι Εξετάζεται στους Υποψήφιους Γονείς;
Γιατί η αξιολόγηση των υποψήφιων γονέων δεν είναι εξέταση, αλλά προετοιμασία
Σύνοψη: Η υιοθεσία και η αναδοχή ενός παιδιού αποτελούν από τις πιο απαιτητικές αποφάσεις που μπορεί να ληφθούν από έναν ενήλικα. Η ψυχολογική αξιολόγηση των υποψήφιων γονέων δεν περιορίζεται, επομένως, στην αναζήτηση ενός «ιδανικού» προφίλ. Αντίθετα, εξετάζονται η συναισθηματική σταθερότητα, οι τρόποι διαχείρισης του στρες, το ιστορικό δεσμών και οι προσδοκίες σχετικά με τον γονεϊκό ρόλο. Παράλληλα, εξετάζεται ο ρόλος του MMPI-2 και της κλινικής συνέντευξης, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να αξιολογηθεί η κοινωνικά επιθυμητή αυτοπαρουσίαση. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται, επομένως, στη συνολική ερμηνεία των ευρημάτων και όχι σε ένα μεμονωμένο αποτέλεσμα. Τέλος, η αξιολόγηση μπορεί να λειτουργήσει και ως ευκαιρία αυτογνωσίας. Μέσα από την ανατροφοδότηση μπορούν να αναδειχθούν τα δυνατά σημεία του υποψήφιου γονέα, αλλά και οι πλευρές που ενδέχεται να χρειάζονται μεγαλύτερη προετοιμασία πριν από την υποδοχή ενός παιδιού.
Η αξιολόγηση των υποψήφιων θετών και ανάδοχων γονέων
Όταν λαμβάνεται η απόφαση για υιοθεσία ή αναδοχή ενός παιδιού, το ενδιαφέρον της διαδικασίας στρέφεται, εύλογα, στις ανάγκες του παιδιού. Ένα παιδί μπορεί να έχει ήδη βιώσει απώλεια, αστάθεια ή παραμέληση και, κατά συνέπεια, να χρειάζεται ένα σταθερό και ανταποκρινόμενο περιβάλλον.
Η αξιολόγηση των υποψήφιων γονέων έχει ως στόχο να υπηρετήσει αυτή την ανάγκη και, στην Ελλάδα, εντάσσεται στο πλαίσιο του Ν. 4538/2018 για την αναδοχή και την υιοθεσία. Για τους υποψήφιους γονείς, ωστόσο, η διαδικασία μπορεί να προκαλεί άγχος. Συχνά μπορεί να βιώνεται ως μια εξέταση που θα κρίνει αν είναι «αρκετά καλοί». Η αίσθηση αυτή είναι κατανοητή· ωστόσο, δεν αποτυπώνει τον πραγματικό σκοπό της αξιολόγησης.
Μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση δεν αναζητά τον τέλειο γονέα, καθώς ένα τέτοιο προφίλ δεν υπάρχει. Αντίθετα, διερευνάται κατά πόσο μπορούν να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για μια λειτουργική σχέση ανάμεσα στο συγκεκριμένο παιδί και στους συγκεκριμένους ενήλικες. Παράλληλα, δίνεται στους υποψήφιους γονείς η δυνατότητα να κατανοήσουν καλύτερα τον εαυτό τους πριν αναλάβουν έναν ιδιαίτερα απαιτητικό ρόλο.
Στο παρόν άρθρο παρουσιάζεται, επομένως, τι εξετάζεται σε μια κλινική αξιολόγηση προσωπικότητας και ψυχοπαθολογίας, ποιος είναι ο ρόλος του MMPI-2 και της κλινικής συνέντευξης και με ποιον τρόπο η διαδικασία μπορεί να λειτουργήσει και ως ευκαιρία αυτογνωσίας.
Τι αξιολογείται στους υποψήφιους γονείς;
Η αξιολόγηση δεν αποσκοπεί στην αναζήτηση ενός «ιδανικού» προφίλ. Αντίθετα, εξετάζονται πλευρές που συνδέονται με την ικανότητα φροντίδας ενός παιδιού με δύσκολο παρελθόν.
Προσωπικότητα και συναισθηματική σταθερότητα. Εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται το στρες, η σύγκρουση και η ανασφάλεια. Ένα παιδί που έχει βιώσει απώλεια ή παραμέληση μπορεί συχνά να δοκιμάζει τα όρια των ενηλίκων· επομένως, η δυνατότητα διατήρησης της ψυχραιμίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Ψυχοπαθολογία. Η παρουσία ή το ιστορικό ζητημάτων όπως η κατάθλιψη, το άγχος ή η εξάρτηση δεν θεωρείται από μόνο του λόγος αποκλεισμού. Αντίθετα, εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο έχει αντιμετωπιστεί το συγκεκριμένο ζήτημα, η διαθέσιμη υποστήριξη και ο πιθανός αντίκτυπός του στη φροντίδα του παιδιού.
Ανθεκτικότητα. Η έρευνα για την ανθεκτικότητα δείχνει ότι αυτή δεν προκύπτει απαραίτητα από κάτι εξαιρετικό. Αντίθετα, συνδέεται συχνά με συνηθισμένα «προστατευτικά» στοιχεία, όπως οι σταθερές σχέσεις, η ικανότητα επίλυσης προβλημάτων και η αίσθηση αυτεπάρκειας (Masten, 2001).
Ιστορικό δεσμών. Ο τρόπος με τον οποίο έχουν βιωθεί οι πρώιμες σχέσεις μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο ανταπόκρισης στις ανάγκες ενός παιδιού. Ειδικότερα, μελέτες σε θετούς γονείς έχουν δείξει ότι η εσωτερική αναπαράσταση των δεσμών του ενήλικα σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο το παιδί αφηγείται και αντιμετωπίζει τα συναισθήματά του (Steele et al., 2003).
Γονεϊκό στρες και προσδοκίες. Η γονεϊκότητα συνοδεύεται από στρες, το οποίο μπορεί να αυξάνεται όταν οι προσδοκίες διαφέρουν από την πραγματικότητα (Deater-Deckard, 2004). Για τον λόγο αυτό, οι ρεαλιστικές προσδοκίες θεωρούνται σημαντικός παράγοντας για την προσαρμογή.
Σχέση ζευγαριού και υποστηρικτικό δίκτυο. Εξετάζεται ποια υποστήριξη είναι διαθέσιμη και πώς αντιμετωπίζονται πιθανές διαφωνίες μεταξύ των δύο γονέων. Παράλληλα, η έρευνα για τις τοποθετήσεις παιδιών που έχουν βιώσει παραμέληση ή τραύμα δείχνει ότι οι δυσκολίες στη συμπεριφορά είναι συχνές και ότι η ποιότητα της γονεϊκής ανταπόκρισης και της υποστήριξης μπορεί να επηρεάσει την έκβαση (Quinton et al., 1998· Rushton, 2003).
Γι’ αυτό, η αξιολόγηση εστιάζει τελικά στη λειτουργικότητα και στην ετοιμότητα και όχι σε μια γενική κρίση για την αξία του ανθρώπου.
Ο ρόλος του MMPI-2 και της κλινικής συνέντευξης
Το MMPI-2 προσφέρει ένα συστηματικό και συγκρίσιμο μέτρο της προσωπικότητας και της ψυχοπαθολογίας (Graham, 2012). Στο πλαίσιο της υιοθεσίας και της αναδοχής, μπορεί να αξιοποιηθεί με διαφορετικούς τρόπους.
Πρώτον, εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται το άτομο. Οι υποψήφιοι γονείς έχουν συχνά κίνητρο να παρουσιάσουν μια θετική εικόνα του εαυτού τους, κάτι που είναι απολύτως ανθρώπινο. Οι Bathurst, Gottfried και Gottfried (1997) μελέτησαν γονείς σε διαδικασίες επιμέλειας παιδιών και διαπίστωσαν ότι οι κλίμακες L και K, οι οποίες σχετίζονται με τη θετική αυτοπαρουσίαση, εμφανίζονται συστηματικά αυξημένες σε αυτό το πλαίσιο. Επομένως, ένα υψηλό L ή K δεν αντιμετωπίζεται αυτόματα ως ένδειξη προβλήματος, αλλά ερμηνεύεται μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο.
Δεύτερον, μπορούν να εντοπιστούν σημεία που χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση. Ενδείξεις έντονου άγχους, κατάθλιψης, παρορμητικότητας, δυσκολίας ελέγχου του θυμού ή προβλημάτων στη χρήση ουσιών δεν θεωρούνται αυτόματα λόγοι αποκλεισμού. Αντίθετα, εξετάζονται η χρονική διάρκεια και η σοβαρότητά τους, ο τρόπος με τον οποίο έχουν αντιμετωπιστεί και η διαθέσιμη υποστήριξη.
Τρίτον, μπορούν να αναδειχθούν μοτίβα που δεν έχουν γίνει πλήρως αντιληπτά από το ίδιο το άτομο. Για παράδειγμα, μπορεί να εντοπιστεί μια τάση για αυστηρό αυτοέλεγχο, η οποία δυσκολεύεται να διατηρηθεί υπό αυξημένη πίεση.
Τίποτα από αυτά δεν αρκεί από μόνο του. Η κλινική συνέντευξη εξετάζει το προσωπικό και οικογενειακό ιστορικό, τις σχέσεις, το κίνητρο για την υιοθεσία ή την αναδοχή, την εμπειρία με παιδιά και την ικανότητα να σκεφτεί κανείς τον κόσμο από τη σκοπιά ενός παιδιού με τραυματικό παρελθόν. Το MMPI-2 δίνει δεδομένα, η συνέντευξη τους δίνει νόημα.
Ωστόσο, κανένα από αυτά τα στοιχεία δεν επαρκεί από μόνο του. Η κλινική συνέντευξη διερευνά το προσωπικό και οικογενειακό ιστορικό, οι σχέσεις, το κίνητρο για την υιοθεσία ή την αναδοχή, η εμπειρία με παιδιά και η ικανότητα να γίνει κατανοητός ο κόσμος από τη σκοπιά ενός παιδιού με τραυματικό παρελθόν.
Με άλλα λόγια, το MMPI-2 παρέχει δεδομένα, ενώ η κλινική συνέντευξη βοηθά να αποκτήσουν αυτά τα δεδομένα νόημα.Η τελική απόφαση για μια υιοθεσία ή αναδοχή δεν λαμβάνεται από τον ψυχολόγο που πραγματοποιεί την αξιολόγηση. Αντίθετα, λαμβάνεται από τις αρμόδιες αρχές και υπηρεσίες, όπως προβλέπεται από το ισχύον νομικό πλαίσιο (Ν. 4538/2018). Ο ρόλος του ειδικού είναι να παρέχει μια τεκμηριωμένη, προσεκτική και δίκαιη εικόνα, η οποία μπορεί να συμβάλει στη διαδικασία λήψης απόφασης.
Μάθετε περισσότερα για το MMPI-2
Για να ενημερωθείτε αναλυτικότερα σχετικά με το εργαλείο και τις δυνατότητές του, μπορείτε να επισκεφθείτε τις ακόλουθες ενότητες:
Για πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία αξιολόγησης και τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του αιτήματός σας, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας. MMPI-2 Greece — Επιστημονική προσέγγιση, υπεύθυνη ερμηνεία, σεβασμός στον άνθρωπο.
Επικοινωνήστε Μαζί Μας
Υποβάλετε το αίτημά σας για πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία αξιολόγησης MMPI-2.
Η αξιολόγηση ως ευκαιρία αυτογνωσίας και προετοιμασίας
Η αξιολόγηση μπορεί να οδηγήσει σε κάτι περισσότερο από μια απλή έγκριση ή απόρριψη. Όταν τα ευρήματα εξηγούνται στον υποψήφιο με απλό και κατανοητό τρόπο και συνδέονται με τις προσδοκίες και τους στόχους του, η διαδικασία μπορεί να αποκτήσει περισσότερο συνεργατικό χαρακτήρα.
Παράλληλα, η έρευνα για τη συνεργατική ανατροφοδότηση δείχνει ότι, όταν οι άνθρωποι ενημερώνονται για τα αποτελέσματά τους, μπορεί να αναφέρουν μείωση της δυσφορίας και αύξηση της ελπίδας (Finn & Tonsager, 1992). Επιπλέον, η μετα-ανάλυση των Poston και Hanson (2010) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ψυχολογική αξιολόγηση με ανατροφοδότηση μπορεί να έχει θεραπευτικά οφέλη.
Στην πράξη, μέσα από τη διαδικασία μπορούν να διερευνηθούν ερωτήματα όπως: Πώς αντιμετωπίζονται οι καταστάσεις όταν δεν εξελίσσονται όπως αναμενόταν; Τι προκαλεί μεγαλύτερη εξάντληση και ποια υποστήριξη χρειάζεται; Ποιες προσδοκίες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ποιες χρειάζεται να αναθεωρηθούν; Πού μπορεί να αναζητηθεί η κατάλληλη βοήθεια όταν προκύψουν δυσκολίες;
Επιπλέον, η αξιολόγηση μπορεί να λειτουργήσει ως ευκαιρία προετοιμασίας. Οι προσδοκίες για το παιδί, το διαθέσιμο δίκτυο υποστήριξης και τα σημεία στα οποία μπορεί να χρειαστεί βοήθεια μπορούν να συζητηθούν πριν εμφανιστούν σημαντικές δυσκολίες.
Τέλος, από δεοντολογικής πλευράς, απαιτούνται ενημερωμένη συναίνεση, σαφής ενημέρωση σχετικά με το ποιος θα έχει πρόσβαση στα αποτελέσματα και τήρηση του απορρήτου (American Psychological Association, 2017). Παράλληλα, η αξιολόγηση δεν πραγματοποιείται από τον ίδιο ψυχολόγο που παρέχει θεραπεία στο ίδιο άτομο, καθώς οι δύο ρόλοι μπορεί να δημιουργήσουν σημαντικές δεοντολογικές και επαγγελματικές δυσκολίες.
Το σημαντικότερο, επομένως, είναι ότι δεν υπάρχει «ιδανικός γονέας». Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να γνωρίζουν καλύτερα τον εαυτό τους, να αναγνωρίζουν τις ανάγκες τους, να ζητούν βοήθεια όταν χρειάζεται και να προσαρμόζονται στις ανάγκες του παιδιού που πρόκειται να υποδεχθούν.
