Όταν ένας σύντροφος ζητά επίμονα συζήτηση, αλλαγή ή επιβεβαίωση και ο άλλος σιωπά, απομακρύνεται ή διακόπτει τη συζήτηση, η ένταση συνήθως αυξάνεται γρήγορα. Η σύνδεση ανάμεσα στο MMPI-2 και το φαινόμενο demand-withdraw pattern δεν αφορά την «ταμπέλα» ενός ανθρώπου ως απαιτητικού ή αποστασιοποιημένου. Αφορά την προσεκτική κατανόηση των ατομικών χαρακτηριστικών, του τρόπου διαχείρισης του στρες και των αναγκών που ενεργοποιούνται μέσα στη σχέση. Το MMPI-2 μπορεί να προσφέρει χρήσιμες κλινικές ενδείξεις στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης αξιολόγησης, χωρίς να εξηγεί μόνο του τη δυναμική ενός ζευγαριού ή να καταλήγει αυτοτελώς σε διάγνωση.
Τι είναι το demand-withdraw pattern
Στην ψυχολογία των σχέσεων, το φαινόμενο αυτό περιγράφεται ως δυναμική «κυνηγού – αποστασιοποιημένου» (διεθνώς Pursuer-Distancer Dynamic). Στην επιστημονική βιβλιογραφία είναι ευρέως γνωστό ως μοτίβο «διεκδίκησης – απόσυρσης» (Demand-Withdraw Pattern). Οι δύο όροι περιγράφουν παρόμοιο κύκλο, με ελαφρώς διαφορετική έμφαση. Η δυναμική «κυνηγού – αποστασιοποιημένου» έχει τις ρίζες της στην οικογενειακή συστημική παράδοση και στην ένταση ανάμεσα στην εγγύτητα και την αυτονομία (Betchen, 2005). Ο όρος demand-withdraw προέρχεται από την έρευνα για την επικοινωνία των ζευγαριών στη σύγκρουση (Christensen & Heavey, 1990).
Πρόκειται για έναν από τους πιο μελετημένους και συχνά αναφερόμενους φαύλους κύκλους στα ζευγάρια, όπου η συμπεριφορά του ενός τροφοδοτεί και εντείνει τη συμπεριφορά του άλλου. Ο ένας σύντροφος επιδιώκει επαφή με πιεστικό τρόπο: θέτει ερωτήσεις, ζητά απαντήσεις, επαναφέρει ένα θέμα ή εκφράζει έντονα δυσαρέσκεια. Ο άλλος αποσύρεται: αποφεύγει τη συζήτηση, απαντά μονολεκτικά, γίνεται αμυντικός ή επιλέγει σιωπή και φυσική απομάκρυνση.
Οι δύο ρόλοι
Ο «κυνηγός» (pursuer / demander) αναζητά έντονα την επικοινωνία, τη συναισθηματική σύνδεση ή την επίλυση ενός προβλήματος. Συχνά, αλλά όχι πάντα, κινητοποιείται από τον φόβο της απόρριψης ή της εγκατάλειψης. Όταν νιώθει ότι ο άλλος απομακρύνεται, το άγχος του αυξάνεται και μπορεί να πιέσει, να επικρίνει ή να επιμείνει ακόμη περισσότερο.
Ο «αποστασιοποιημένος» (distancer / withdrawer) αποσύρεται, κλείνεται στον εαυτό του, αποφεύγει τη συζήτηση ή απομακρύνεται σωματικά. Συχνά κινητοποιείται από τον φόβο μήπως χάσει την αυτονομία του ή επειδή νιώθει συναισθηματικά κατακλυσμένος από την πίεση. Η απομάκρυνση είναι ο δικός του τρόπος να προστατευτεί και να ρυθμίσει την ένταση.
Και οι δύο πλευρές επιδιώκουν κάτι κατανοητό. Εκείνος ή εκείνη που διεκδικεί συζήτηση μπορεί να αναζητά ασφάλεια, αναγνώριση ή αλλαγή. Εκείνος ή εκείνη που αποσύρεται μπορεί να προσπαθεί να μειώσει την υπερδιέγερση, να αποφύγει μια κλιμάκωση ή να προστατευθεί από την αίσθηση αποτυχίας. Οι ρόλοι αυτοί δεν είναι σταθερά χαρακτηριστικά. Αποτελούν κλινικές υποθέσεις που ελέγχονται σε κάθε ζευγάρι.
Ο φαύλος κύκλος
Όσο περισσότερο πιέζει και διεκδικεί ο «κυνηγός», τόσο περισσότερο απειλείται ο «αποστασιοποιημένος» και αποσύρεται. Αντίστοιχα, όσο περισσότερο απομακρύνεται ο δεύτερος, τόσο αυξάνεται το άγχος του πρώτου, ο οποίος εντείνει το «κυνήγι». Η κάθε αντίδραση ενισχύει την άλλη.
Το κλειδί για να χαλαρώσει αυτό το μοτίβο είναι να αναγνωρίσουν και οι δύο ότι το πρόβλημα δεν είναι ο σύντροφος, αλλά ο ίδιος ο κύκλος. Συχνά ο κύκλος συνδέεται με διαφορετικές ανάγκες προσκόλλησης: άγχος εγκατάλειψης από τη μία πλευρά, ανάγκη αυτονομίας ή φόβο υπερφόρτισης από την άλλη. Η έρευνα συνδέει τις διαστάσεις της προσκόλλησης, δηλαδή το άγχος και την αποφυγή, με τον τρόπο που οι σύντροφοι επικοινωνούν στη σύγκρουση (Domingue & Mollen, 2009). Η σχέση αυτή, όμως, δεν είναι μονοσήμαντη και δεν αρκεί για να «ταξινομηθεί» κανείς σε ρόλο.
Τι δείχνει η έρευνα
Η ερευνητική βιβλιογραφία συνδέει το μοτίβο αυτό με χαμηλότερη ικανοποίηση από τη σχέση και δυσκολίες στην επίλυση συγκρούσεων, ιδιαίτερα όταν εμφανίζεται συχνά και παραμένει άκαμπτο στον χρόνο. Σε ζευγάρια που ζητούν θεραπεία, μεγαλύτερο demand-withdraw σχετίστηκε με μεγαλύτερη δυσφορία (Eldridge et al., 2007).
Το ποιος διεκδικεί και ποιος αποσύρεται δεν εξαρτάται μόνο από το φύλο. Σε ετεροφυλόφιλα ζευγάρια, η διεκδίκηση από τη γυναίκα και η απόσυρση από τον άντρα είναι συχνότερη, όμως εξαρτάται και από το ποιος φέρνει το θέμα. Όταν το θέμα αφορά αλλαγή που θέλει ο άντρας, οι σύντροφοι δεν διέφεραν σημαντικά. Όταν αφορά αλλαγή που θέλει η γυναίκα, εκείνη διεκδικούσε περισσότερο και εκείνος αποσυρόταν περισσότερο (Heavey et al., 1993). Σε συζητήσεις για προσωπικά προβλήματα, τα συνηθισμένα μοτίβα φύλου μπορεί και να αντιστραφούν (Eldridge et al., 2007).
Το μοτίβο δεν περιορίζεται σε έναν τύπο ζευγαριού. Έχει παρατηρηθεί και σε ομόφυλα ζευγάρια (Holley et al., 2010) και σε ζευγάρια από διαφορετικές χώρες (Christensen et al., 2006). Δεν αποτελεί, επομένως, σταθερό χαρακτηριστικό κάθε ατόμου. Το ίδιο πρόσωπο μπορεί να αποσύρεται σε μια σχέση και να διεκδικεί σε μια άλλη, ανάλογα με το θέμα, την αίσθηση ασφάλειας και την ιστορία της αλληλεπίδρασης.
MMPI-2 και φαινόμενο demand-withdraw pattern στην αξιολόγηση
Το MMPI-2 είναι ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο ψυχομετρικό εργαλείο αξιολόγησης της προσωπικότητας και της ψυχολογικής λειτουργικότητας ενηλίκων. Παρέχει πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο βιώνει δυσφορία, διαχειρίζεται συναισθήματα, σχετίζεται με τους άλλους και παρουσιάζει τον εαυτό του κατά την αξιολόγηση. Η αξία του δεν βρίσκεται σε μια μεμονωμένη ένδειξη, αλλά στη σύνθεση ολόκληρου του προφίλ με το ιστορικό, την κλινική συνέντευξη και, όπου χρειάζεται, πρόσθετες πηγές πληροφόρησης (Graham, 2011). Η χρήση του με ζευγάρια έχει δική της ερευνητική παράδοση, που εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στην προσωπικότητα και τη συζυγική δυσφορία (Hjemboe & Butcher, 1991).
Στην αξιολόγηση ενός demand-withdraw pattern, το MMPI-2 δεν «μετρά» άμεσα ποιος ζητά και ποιος αποσύρεται σε έναν καβγά. Μπορεί όμως να βοηθήσει τον ειδικό να διατυπώσει ερωτήματα με μεγαλύτερη ακρίβεια. Για παράδειγμα, μπορεί να διερευνήσει αν η απόσυρση σχετίζεται περισσότερο με άγχος, δυσκολία έκφρασης θυμού, φόβο σύγκρουσης, ευαισθησία στην κριτική ή αυξημένη ανάγκη ελέγχου της συναισθηματικής έντασης.
Αντίστοιχα, η επίμονη διεκδίκηση συζήτησης μπορεί να χρειάζεται διερεύνηση ως προς την ανάγκη επιβεβαίωσης, την ανεκτικότητα στην αβεβαιότητα, τη δυσκολία αναμονής ή τον τρόπο με τον οποίο το άτομο ερμηνεύει τη σιωπή του συντρόφου. Καμία από αυτές τις υποθέσεις δεν προκύπτει αυτόματα από ένα αποτέλεσμα. Ο ειδικός τις εξετάζει με προσοχή, τις ελέγχει μέσα από διάλογο και λαμβάνει υπόψη το συγκεκριμένο πλαίσιο της σχέσης.
Η σημασία της εγκυρότητας των απαντήσεων
Πριν από οποιαδήποτε κλινική ερμηνεία, ο επαγγελματίας εξετάζει κατά πόσο το προφίλ είναι κατάλληλο για ερμηνεία. Οι δείκτες εγκυρότητας του MMPI-2 βοηθούν να εκτιμηθεί ο τρόπος με τον οποίο το άτομο προσέγγισε τη διαδικασία, όπως η συνέπεια των απαντήσεων ή μια πιθανή τάση εξιδανίκευσης και υποβάθμισης δυσκολιών (Butcher et al., 2001).
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στις αξιολογήσεις ζευγαριών. Ένας άνθρωπος μπορεί να προσέρχεται πιεσμένος, θυμωμένος ή αποφασισμένος να αποδείξει ότι ο άλλος είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για το πρόβλημα. Η αξιολόγηση δεν λειτουργεί ως δικαστήριο της σχέσης. Δημιουργεί ένα ασφαλέστερο πλαίσιο για να κατανοηθούν οι διαφορετικές οπτικές και να αποφευχθούν βιαστικά συμπεράσματα.
Η αξιολόγηση ζευγαριών: ο ρόλος και των δύο συντρόφων
Όταν το MMPI-2 χρησιμοποιείται στο πλαίσιο της συμβουλευτικής ή θεραπείας ζευγαριών, κάθε σύντροφος συμπληρώνει το ερωτηματολόγιο ξεχωριστά και τα αποτελέσματα ερμηνεύονται ως δύο ατομικά προφίλ. Δεν πρόκειται για «τεστ συμβατότητας». Δύο προφίλ δεν «ταιριάζουν» ή «δεν ταιριάζουν», και η σχέση δεν προβλέπεται με βεβαιότητα από τα αποτελέσματα.
Πριν από τη χορήγηση χρειάζεται σαφής συμφωνία: ποιος θα δει τα αποτελέσματα, πώς θα γίνει η ανατροφοδότηση και τι παραμένει εμπιστευτικό. Η κοινή συζήτηση των ευρημάτων γίνεται με τη σαφή συναίνεση και των δύο, ώστε τα αποτελέσματα να μη χρησιμοποιηθούν ως επιχείρημα εναντίον του άλλου.
Η εστίαση στον «κοινό κύκλο» ταιριάζει σε συγκρούσεις όπου οι δύο σύντροφοι έχουν περίπου ισότιμη θέση στη σχέση. Όταν υπάρχει βία, φόβος ή εξαναγκαστικός έλεγχος, η απόσυρση μπορεί να είναι προστατευτική και όχι απλώς ένα μέρος ενός αμοιβαίου μοτίβου. Σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται διαφορετική αξιολόγηση, προτεραιότητα στην ασφάλεια και προσοχή ώστε η έννοια του κοινού κύκλου να μην αποδίδει ευθύνη στο πρόσωπο που κινδυνεύει.
Από το ατομικό προφίλ στη σχεσιακή δυναμική
Η προσωπικότητα επηρεάζει τη σχέση, αλλά δεν την καθορίζει μονομερώς. Το demand-withdraw pattern αναπτύσσεται μέσα από μια αλληλουχία αμοιβαίων αντιδράσεων. Η οικονομική πίεση, η γονεϊκή κόπωση, η σεξουαλική απομάκρυνση, προηγούμενες εμπειρίες απόρριψης και ο τρόπος με τον οποίο ένα ζευγάρι έχει μάθει να διαφωνεί μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά το μοτίβο.
Ας υποθέσουμε ότι η Μαρία ζητά να μιλήσουν αμέσως μετά από μια έντονη ημέρα, επειδή ερμηνεύει την αποστασιοποίηση του Πέτρου ως αδιαφορία. Ο Πέτρος, ήδη φορτισμένος, αισθάνεται ότι οποιαδήποτε απάντηση θα κριθεί ως ανεπαρκής και αποσύρεται. Η Μαρία αυξάνει την ένταση για να νιώσει ότι την ακούει και ο Πέτρος κλείνεται ακόμη περισσότερο. Σε μια άλλη στιγμή, όμως, οι ρόλοι μπορεί να αλλάξουν: όταν ο Πέτρος ανησυχεί για τα οικονομικά και θέλει να τα συζητήσουν, είναι η Μαρία που μπορεί να αποφεύγει το θέμα. Η ουσιαστική κλινική ερώτηση δεν είναι ποιος έχει δίκιο. Είναι τι φοβάται, τι χρειάζεται και τι επιχειρεί να προστατεύσει ο καθένας σε αυτή τη στιγμή.
Μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση μπορεί να αναδείξει τόσο τις ευαλωτότητες όσο και τους διαθέσιμους πόρους. Μπορεί, για παράδειγμα, να φανεί ότι ένα άτομο έχει καλή ικανότητα ενδοσκόπησης αλλά δυσκολεύεται να μιλήσει όταν νιώθει πίεση. Ή ότι ένας άλλος άνθρωπος αναγνωρίζει εύκολα τα συναισθήματά του, αλλά χρειάζεται να μάθει να διατυπώνει αιτήματα χωρίς κατηγορία. Αυτές οι πληροφορίες μπορούν να υποστηρίξουν έναν πιο στοχευμένο θεραπευτικό σχεδιασμό.
Πώς αξιοποιούνται τα ευρήματα στη θεραπευτική εργασία
Η αξιοποίηση του MMPI-2 στη δουλειά με ζευγάρια χρειάζεται σαφή όρια και κλινική δεοντολογία. Ο ειδικός δεν χρησιμοποιεί το προφίλ για να χαρακτηρίσει τον έναν σύντροφο ως «πρόβλημα». Χρησιμοποιεί τα ευρήματα ως αφετηρία για συζήτηση, με γλώσσα κατανοητή και χωρίς στιγματισμό.
Στη θεραπευτική διαδικασία, το demand-withdraw pattern μπορεί να γίνει ορατό ως κοινός κύκλος αντί ως προσωπικό ελάττωμα. Το ζευγάρι μπορεί να εξασκηθεί στο να αναγνωρίζει έγκαιρα τα σημάδια κλιμάκωσης, να κάνει συμφωνημένες παύσεις και να επιστρέφει σε μια συζήτηση σε συγκεκριμένο χρόνο. Εκείνος που διεκδικεί μπορεί να μάθει να εκφράζει την ανάγκη του με πιο συγκεκριμένο και λιγότερο απειλητικό τρόπο, για παράδειγμα να μιλά για τον φόβο και την ανάγκη του αντί για την κατηγορία. Εκείνος που αποσύρεται μπορεί να μάθει να ζητά χώρο χωρίς να εγκαταλείπει τη σύνδεση και να λέει τι συμβαίνει μέσα του, αντί για σιωπή.
Η παρέμβαση διαφέρει από ζευγάρι σε ζευγάρι. Αν υπάρχει υψηλή συναισθηματική φόρτιση, το πρώτο βήμα μπορεί να είναι η ρύθμιση της έντασης. Αν κυριαρχούν παρερμηνείες, η εργασία μπορεί να εστιάσει στην ενεργητική ακρόαση και στη διατύπωση των αναγκών. Αν το μοτίβο συνδέεται με μακρόχρονη απογοήτευση, χρειάζεται χρόνος για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη.
Τι δεν μπορεί να προσφέρει το MMPI-2
Το MMPI-2 δεν προβλέπει με βεβαιότητα πώς θα συμπεριφερθεί κάποιος σε μια συγκεκριμένη σύγκρουση. Δεν αποφασίζει ποιος σύντροφος φέρει την ευθύνη και δεν αντικαθιστά την κλινική συνέντευξη, την παρατήρηση της αλληλεπίδρασης ή τη θεραπευτική αξιολόγηση της σχέσης. Επίσης, ένα ψυχομετρικό προφίλ δεν αρκεί από μόνο του για διάγνωση.
Η υπεύθυνη χρήση του προϋποθέτει κατάλληλη χορήγηση, εμπιστευτικότητα, εξειδικευμένη ερμηνεία και συζήτηση των ευρημάτων με τρόπο που σέβεται το άτομο. Στην Ελλάδα, όπως και σε κάθε κλινικό πλαίσιο, η ποιότητα της διαδικασίας έχει μεγαλύτερη αξία από μια γρήγορη ή απλουστευτική απάντηση.
Όταν ένα ζευγάρι καταφέρει να ονομάσει τον κύκλο demand-withdraw χωρίς να κατηγορεί, δημιουργεί ένα μικρό αλλά ουσιαστικό άνοιγμα: η σύγκρουση παύει να είναι απόδειξη ότι «δεν ταιριάζουμε» και γίνεται πληροφορία για το πώς μπορούν να συναντηθούν με περισσότερη ασφάλεια.
Βιβλιογραφικές Παραπομπές
Betchen, S. J. (2005). Intrusive partners—elusive mates: The pursuer–distancer dynamic in couples. Routledge.
Butcher, J. N., Graham, J. R., Ben-Porath, Y. S., Tellegen, A., Dahlstrom, W. G., & Kaemmer, B. (2001). MMPI-2 (Minnesota Multiphasic Personality Inventory-2): Manual for administration, scoring, and interpretation (Rev. ed.). University of Minnesota Press.
Christensen, A., Eldridge, K., Catta-Preta, A. B., Lim, V. R., & Santagata, R. (2006). Cross-cultural consistency of the demand/withdraw interaction pattern in couples. Journal of Marriage and Family, 68(4), 1029–1044.
Christensen, A., & Heavey, C. L. (1990). Gender and social structure in the demand/withdraw pattern of marital conflict. Journal of Personality and Social Psychology, 59(1), 73–81.
Domingue, R., & Mollen, D. (2009). Attachment and conflict communication in adult romantic relationships. Journal of Social and Personal Relationships, 26(5), 678–696.
Eldridge, K. A., Sevier, M., Jones, J., Atkins, D. C., & Christensen, A. (2007). Demand-withdraw communication in severely distressed, moderately distressed, and nondistressed couples: Rigidity and polarity during relationship and personal problem discussions. Journal of Family Psychology, 21(2), 218–226. https://doi.org/10.1037/0893-3200.21.2.218
Graham, J. R. (2011). MMPI-2: Assessing personality and psychopathology (5th ed.). Oxford University Press.
Heavey, C. L., Layne, C., & Christensen, A. (1993). Gender and conflict structure in marital interaction: A replication and extension. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 61(1), 16–27.
Hjemboe, S., & Butcher, J. N. (1991). Couples in marital distress: A study of personality factors as measured by the MMPI-2. Journal of Personality Assessment, 57(2), 216–237.
Holley, S. R., Sturm, V. E., & Levenson, R. W. (2010). Exploring the basis for gender differences in the demand-withdraw pattern. Journal of Homosexuality, 57(5), 666–684.

